Bella On Tour Νέα

Όλυμπος: Από τα ψηλά στα χαμηλά

Δεν είμαι ορειβάτισσα. Κι όταν βρέθηκα να ανεβαίνω στον Γομαρόσταλο, «τα χρειάστηκα». Γύρω, μόνο το χάος. Ένα μονοπάτι γεμάτο σπαστές πέτρες, να μην ξέρεις πού να πατήσεις. Ίσως ακούγεται αστείο στους έμπειρους ορειβάτες, αλλά, αν είναι η πρώτη σου φορά στον Όλυμπο, καλύτερα να ανέβεις ορθόδοξα, από το μονοπάτι της Πετρόστρουγκας ή του καταφυγίου Αγαπητού – παίρνει περισσότερες ώρες, αλλά τα τμήματα σύρριζα στους γκρεμούς είναι πολύ μικρότερα.

Έξι επτά ώρες περπάτημα, ανάλογα με τις στάσεις και τις αντοχές. Στην αρχή, και για τρεις ώρες, περπατάς ανηφορικά μέσα στο πυκνό δάσος. Δεκάδες διαφορετικά είδη φυτών, φθινοπωρινά φύλλα και μοβ κυκλάμινα. Μετά περνάς στο υποαλπικό τοπίο, τα βράχια αγριεύουν, η θέα γίνεται μεγαλειώδης. Από τον Γομαρόσταλο οι γκρεμοί είναι δίπλα σου συνέχεια. Σε εμάς ήρθε και μια ομίχλη για να εντείνει το μυστήριο και τους φόβους.

Στο δικό μου μυαλό κάθε βήμα ισοδυναμούσε με πιθανή πτώση. Κάπου εκεί προσεύχεσαι, καλού κακού, και στους 12 θεούς του Ολύμπου και προχωράς. Περνάς μέσα από τα σύννεφα και, όταν βγεις από πάνω τους, ξεχνάς τα πάντα. Οι άγριες κορυφές εξέχουν, οι γκρεμοί και οι σάρες δεν έχουν τέλος. Η μαγεία ενίοτε εξαφανίζει τον φόβο – τέτοιο θέαμα μπορεί να μην αντικρίσεις ποτέ ξανά στη ζωή σου. Το σκαρφάλωμα στον βράχο Γομαρόσταλο είναι σύντομο. Το σταθερό σχοινί στον βράχο και το γεγονός ότι χρησιμοποιείς τα χέρια σου σε καθησυχάζουν. Εμένα περισσότερο με καθησύχασαν οι έμπειροι φίλοι μου και ειδικά ο Ορέστης, που μου φόρεσε μποντριέ και με έδεσε πάνω του.

Από όπου κι αν ανέβεις, πάντως, είναι συγκινητικό να φτάνεις στο Οροπέδιο των Μουσών, στα 2.650 μ. υψόμετρο. Το πιο όμορφο οροπέδιο, κάτω από την κορυφή του Μύτικα, και το εντυπωσιακό Στεφάνι, ο αποκαλούμενος «Θρόνος του Δία». Μια εικόνα που περιμένεις να αντικρίσεις από παιδί. Από όταν μαθαίνεις ότι ο Όλυμπος είναι το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας, στα 2.919 μ. υψόμετρο, ο πρώτος Εθνικός Δρυμός της χώρας, Διατηρητέο Οικοσύστημα της UNESCO και κατοικία των δώδεκα θεών, από την οποία ο Δίας εκτόξευε τους κεραυνούς του.

Η Ζωή στο βουνό

«Μια χαρά είμαι, δόξα στον Δία. Εγώ τον Δία επικαλούμαι, αρκεί να μην είμαι στο μοναστήρι και με αφορίσουν!» μου έλεγε ο 85χρονος Κώστας Ζολώτας στο Λιτόχωρο. Ο αποκαλούμενος «πρεσβευτής», «13ος θεός» ή απλώς «παππούς του Ολύμπου», ένας από τους πρώτους οδηγούς βουνού, βοήθησε να γίνει γνωστός ο Όλυμπος και λειτούργησε το πρώτο φυλασσόμενο καταφύγιο στο βουνό, αυτό του Σπήλιου Αγαπητού, το 1960. Επιπλέον έχει βραβευτεί από την Ακαδημία Αθηνών για τις διασώσεις του. Φέτος μόνο, έχασαν τη ζωή τους στο βουνό τέσσερις άνθρωποι και 14 φορές κλήθηκε η Πυροσβεστική. Ο Όλυμπος έχει τις ιδιομορφίες του, λένε οι ειδικοί, και κάποιους κινδύνους, που αρκετοί αψηφούν. Το Λούκι, για παράδειγμα, το τελευταίο κομμάτι πριν από την κορυφή του Μύτικα, χρειάζεται ήπιο σκαρφάλωμα, αλλά ο συνωστισμός του Σεπτέμβρη και οι ορειβάτες χωρίς πείρα που μπαίνουν σε αυτό προκαλούν λιθοπτώσεις – γι’ αυτό και το κράνος είναι απαραίτητο. Οι αρχάριοι καλό είναι να δένονται στις ειδικές πλακέτες και φυσικά όλοι να φορούν κατάλληλα παπούτσια. «Κανονικά πρέπει να μπει στις εισόδους των μονοπατιών κιόσκι ενημέρωσης, που να εξηγεί αναλυτικά τους κινδύνους και τη διαθεσιμότητα στα καταφύγια. Τον Σεπτέμβρη, οπότε οι καιρικές συνθήκες θεωρούνται ιδανικές, ανεβαίνουν στο βουνό χιλιάδες άνθρωποι», μου έλεγε ο Ζολώτας.

Τα καταφύγια λειτουργούν μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου και ξανανοίγουν τον Μάιο. Οι θέσεις στα δύο καταφύγια του Οροπεδίου των Μουσών, του Κάκαλου και του Αποστολίδη, κλείνονται από τα τέλη της άνοιξης. Οι υπόλοιποι μένουν σε σκηνές στο οροπέδιο. Το κρύο είναι ήδη τσουχτερό εδώ πάνω και απαιτείται χειμερινός εξοπλισμός. Σε σκηνές μείναμε κι εμείς. Η ζωή εδώ έχει κάτι το συντροφικό. Οι έγνοιες εξαφανίζονται από το μυαλό, οι ανάγκες γίνονται πιο πρακτικές. Οι μακαρονάδες και οι ομελέτες στα καταφύγια μοιάζουν οι πιο νόστιμες του κόσμου.

Το άτυπο πρόγραμμα του βουνού λέει ότι ανεβαίνεις στο οροπέδιο τη μία μέρα, διανυκτερεύεις και την επομένη το πρωί ανεβαίνεις κορυφή. Το ξυπνητήρι μου δεν πρόλαβε να χτυπήσει. Στις πέντε το πρωί, βγαίνοντας από τη σκηνή, αντίκρισα το φεγγάρι να λούζει με ένα απερίγραπτο φως το οροπέδιο, τις βαθιές χαράδρες, τις βραχώδεις κορυφές και το Στεφάνι – νομίζω το πιο όμορφο θέαμα που έχω δει στη ζωή μου. Στον Μύτικα δεν ανέβηκα τελικά. Άντρες της ΕΜΑΚ είχαν έρθει να παραλάβουν έναν άτυχο άντρα που είχε σκοτωθεί το προηγούμενο απόγευμα. Είπαν ότι πιθανότατα έκανε κάποια απερισκεψία, αλλά δεν θέλει και πολύ για να σου κοπούν τα γόνατα. Όπως λένε, όμως, η εμπειρία του οροπεδίου είναι η πιο δυνατή. Τόσο δυνατή που μπορεί να σε φέρνει εδώ κάθε χρόνο. Είτε ανεβαίνεις στην κορυφή είτε όχι.

 

kathimerini.gr

ρεπορτάζ και φωτογραφία: Όλγα Χαραμή

Δείτε Επίσης

Δεν υπάρχουν σχόλια

Αφήστε μια Απάντηση